εὐσέβεια


εὐσέβεια
ἡ εὐ|σέβεια ≃ благочестие; набожность

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "εὐσέβεια" в других словарях:

  • εὐσεβεία — εὐσεβείᾱ , εὐσέβεια reverence towards the gods fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσεβείᾳ — εὐσεβείᾱͅ , εὐσέβεια reverence towards the gods fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευσέβεια — η благочестие, набожность …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Εὐσέβεια — patrons of neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσέβεια — reverence towards the gods fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευσέβεια — Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Ε. η μάρτυρας. Μαρτύρησε με τη Σωσάννα. Η μνήμη της τιμάται στις 7 Ιουνίου. 2. Η αποκαλούμενη και Ξένη. Η μνήμη της τιμάται στις 18 Ιανουαρίου. * * * η (ΑΜ εὐσέβεια, Α και εὐσεβία και εὐσεβίη)… …   Dictionary of Greek

  • ευσέβεια — [эфсэвиа] ουσ. θ. набожность, почтительность …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ευσέβεια — η εκδήλωση σεβασμού προς κάτι το ιερό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐσεβείας — εὐσεβείᾱς , εὐσέβεια reverence towards the gods fem acc pl εὐσεβείᾱς , εὐσέβεια reverence towards the gods fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσεβείαι — εὐσεβείᾱͅ , εὐσέβεια reverence towards the gods fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσεβίαι — εὐσέβεια reverence towards the gods fem nom/voc pl εὐσεβίᾱͅ , εὐσέβεια reverence towards the gods fem dat sg (attic doric aeolic) εὐσεβίᾱͅ , εὐσεβία fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)